Ο Κώστας Τσιάκκας κατέκτησε τον κυπριακό αμπελώνα

Kαθόμαστε μαζί με τη Μαρίνα και τον Κώστα σε έναν φωτεινό και καλόγουστο χώρο γευσιγνωσίας, όπου υπερισχύει το ξύλο, στο υπερσύγχρονο οινοποιείο στο Πελένδρι. 

Απέναντί μου έχω έναν άνθρωπο που, αν βιαστείς να τον χαρακτηρίσεις, μπορεί να μπερδέψεις την αυτοπεποίθηση με την έπαρση ή το δημιουργικό πείσμα με την ξεροκεφαλιά. Όμως ο Κώστας Τσιάκκας είναι ιδιαίτερη περίπτωση: ευγενής, καλλιεργημένος, κομψός και κοσμοπολίτης. 

Απολαμβάνεις τη συζήτηση μαζί του. Καλός ‘αγωγός’ νέων ιδεών και αμφισβητίας κατεστημένων αντιλήψεων, βρίσκεται αρκετά κοντά σε αυτό που σήμερα αποκαλούμε ‘αναγεννησιακός άνθρωπος’.

Σε μια βουνοπλαγιά στο Πελένδρι

Το οινοποιείο της οικογένειας Τσιάκκα είναι κτισμένο σε μια βουνοπλαγιά κοντά στο χωριό Πελένδρι της Λεμεσού, στην περιοχή Πιτσιλιάς. Σε υψόμετρο 1000 μέτρων περιτριγυρισμένο από πεύκα και ιδιόκτητους ορεινούς αμπελώνες, η οικογένεια Τσιάκκα δημιουργεί από το 1988 ποιοτικούς οίνους με πρωτοστάτη τον Κώστα Τσιάκκα, ο οποίος θεωρείται ένας από τους κορυφαίους οινοπαραγωγούς στο νησί.

Η αρχή 

Η αγάπη για το κρασί στην οικογένεια εκδηλώθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα από τον παππού, Νικόλα Τσιάκκα. Εκεί στο Πελένδρι, ο παππούς Νικόλας άρχισε την παραγωγή κρασιού, κυρίως για ιδιωτική χρήση. Το 1988, το όραμα του παππού για δημιουργία οινοποιείου έγινε πραγματικότητα. Ο Κώστας Τσιάκκας ίδρυσε το οινοποιείο με τη σύζυγό του Μαρίνα, αφήνοντας πίσω του μια καλή καριέρα στη Λαϊκή Τράπεζα για να ασχοληθεί με το κρασί.

Με αυτήν την ‘κληρονομιά’ του προπάππου τα παιδιά του Κώστα και της Μαρίνας, ο Ορέστης και ο Έκτορας, σπούδασαν Χημεία/Οινολογία και Γεωπονική/Αμπελουργία αντίστοιχα. Η Ελένη ακολούθησε διαφορετική πορεία και είναι σήμερα μια πετυχημένη διατροφολόγος/διαιτολόγος και ο Ανδρέας σπουδάζει Διοίκηση Επιχειρήσεων.

Η νέα γενιά 

Φαντάζομαι ο Κώστας είχε καλούς δασκάλους που τον έμαθαν πώς να φτιάχνει κρασί και πρώτος ο παππούς Νικόλας. Ο ίδιος, όμως, φρόντισε ο Ορέστης και ο Έκτορας να έχουν σωστή οινική παιδεία σε πανεπιστήμια του εξωτερικού. Η επένδυση στα νιάτα δεν σταμάτησε στη παιδεία, αλλά προχώρησε και στην εμπειρία. Πρόσφατα ήρθαν και οι δύο από τη Νέα Υόρκη, όπου μαζί με τον εισαγωγέα των κρασιών του οινοποιείου στην Αμερική προσπαθούσαν να προωθήσουν τα κρασιά του οινοποιείου στη σημαντική αυτή αγορά. ‘Οι αγορές του εξωτερικού θέλουν κόπο και χρόνο’ λέει ο Κώστας.

Ο Ορέστης σπούδασε στη Γαλλία και συγκεκριμένα στη Βουργουνδία αποκτώντας αναγκαίες γνώσεις, που σύντομα θα εφαρμοστούν και στο οινοποιείο. Ο Κώστας τους έμαθε σίγουρα πως να φτιάχνουν το κρασί, καθώς όμως μιλάς με τον Ορέστη και τον Έκτορα αντιλαμβάνεσαι ότι τους έμαθε και πως να ονειρεύονται για το κρασί. Τα ‘Young Guns’, λοιπόν, έχουν κληρονομήσει αρκετά από τον πατέρα τους.

Αμπέλια στα 1.460 μέτρα

Το ψηλότερο αμπέλι του οινοποιείου φυτεμένο με Sauvignon Blanc βρίσκεται στα 1.460 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας. Η μέση μέγιστη θερμοκρασία είναι 32˚C το καλοκαίρι, ενώ η μέση ελάχιστη θερμοκρασία κυμαίνεται από 0 έως 3˚C τον χειμώνα. Αντιλαμβάνεται κανείς εύκολα ότι σε αυτές τις κλιματολογικές συνθήκες μπορούν να καλλιεργηθούν αμπελώνες, οι οποίοι δεν θα είναι, από τη μια, εκτεθειμένοι στις εξοντωτικά υψηλές θερμοκρασίες του κυπριακού θέρους, ενώ, από την άλλη, θα χαίρουν σαφώς περισσότερης βροχόπτωσης σε σχέση με αμπελώνες άλλων χαμηλότερων υψομετρικά περιοχών και συνεπώς πιο ξηρών και θερμών θερμοκρασιών. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τα σταφύλια να υπόκεινται σε μικρότερο υδατικό στρες, αλλά –το σπουδαιότερο- να ωριμάζουν αβίαστα και σταθερά, αποφεύγοντας τα αρωματικά και γευστικά ‘εγκαύματα’ του κυπριακού καλοκαιριού.

Μιλάμε, λοιπόν, για ένα από τα ορεινότερα οινοποιεία σε ολόκληρη την Ευρώπη. Στην αναβάθμιση των αμπελώνων και της οινοποίησης βοήθησαν και οι σύμβουλοι του οινοποιείου, όπως ο Στέφανος Κουνδουράς (αμπελουργία) και ο Κυριάκος Κυνηγόπουλος (οινοποίηση). Το φρούτο για τη δημιουργία των οίνων Τσιάκκα προέρχεται από 64 δεκάρια περίπου ιδιόκτητους αμπελώνες και 80 δεκάρια από αμπελώνες υπό ενοικίαση, αλλά με την πλήρη φροντίδα τους από το οινοποιείο.

Η πράσινη επανάσταση 

Από το 1994 άρχισε η πράσινη επανάσταση στο οινοποιείο και η καλλιέργεια στα αμπέλια γίνεται με βιολογικό τρόπο, κάτι που περήφανα σημειώνει ο Κώστας Τσιάκκας υποδεικνύοντας και τη σφραγίδα πιστοποίησης του διεθνούς οργανισμού Lacon στη ετικέτα. Αξιοποιεί, επίσης, πηγές εναλλακτικής ενέργειας και εφαρμόζει συστήματα ανακύκλωσης, ενώ μονάδα φωτοβολταϊκών εξασφαλίζει τις ανάγκες ηλεκτρικού ρεύματος του οινοποιείου. Με αυτόν τον τρόπο το οινοποιείο καθορίζει την οικολογική και φιλική προς το περιβάλλον λειτουργία του προσπαθώντας να παράγει βιολογικούς οίνους, που τείνουν να έχουν μηδενικόενεργειακό αποτύπωμα.

Τέλος, με προτροπή της Ελένης Τσιάκκα τα κρασιά του οινοποιείου είναι κατάλληλα για χορτοφάγους με τη χρήση κατάλληλων διαυγαστικών στοιχείων, όπως μπετονίτης, φύκια ή κολλοειδή μπιζέλια.

200.000 φιάλες ετησίως 

Το οινοποιείο Τσιάκκας παράγει 200.000 φιάλες ετησίως και είναι το πρώτο κυπριακό οινοποιείο του οποίου τα κρασιά αξιολογήθηκαν από τον πιο αναγνωρισμένο παγκόσμια οινικό κριτή, τον Robert Parker. Συγκεκριμένα, το Ξυνιστέρι 2014 βαθμολογήθηκε με 91/100 βαθμούς, η Βαμβακάδα 2013 με 89/100 και η Κουμανταρία 2008 με 94/100. Τέτοιες βαθμολογίες είναι μια τρανή απόδειξη ότι τα κυπριακά κρασιά είναι πολύ καλά ακόμα και συγκρινόμενα σε παγκόσμιο επίπεδο.

Το ξηρό κλίμα της περιοχής σε συνδυασμό με τη μοναδική γεωλογία, αποτελούν βασικούς παράγοντες για την παραγωγή εξαιρετικών κρασιών. Οι κρύοι χειμώνες και τα δροσερά καλοκαίρια είναι ιδανικά για την παραγωγή ποιοτικών σταφυλιών, που είναι απαραίτητη προϋπόθεση για ένα καλό κρασί.

Στοίχημα οι γηγενείς ποικιλίες 

Αλλά το μεγαλύτερο στοίχημα του οινοποιείου είναι οι γηγενείς ποικιλίες. Πρόσφατα το οινοποιείο πρόσθεσε στην γκάμα των προϊόντων του την ερυθρή, καθαρά κυπριακή ποικιλία Γιαννούδι και τη λευκή Πρωμάρα. Αυτή η ποικιλία παρουσιάζει πάρα πολλά προβλήματα στο αμπέλι, όμως στο οινοποιείο παράγονται κρασιά που μπορούν να ανταγωνιστούν χωρίς καμιά δυσκολία διεθνείς ποικιλίες. Η αιχμή, λοιπόν, του δόρατος του οινοποιείου είναι σήμερα το Ξυνιστέρι, η Βαμβακάδα, η Κουμανταρία και η Ζιβανία. 

Σοβαρός ‘παίχτης’ θεωρείται και το Μαύρο Αμπελίσιμο -ερυθρή ποικιλία-, το οποίο φαίνεται τελευταίως να παίρνει τη δική του ‘εκδίκηση’ από αυτούς που το αμφισβητούν. Από την γκάμα των προϊόντων του οινοποιείου δεν θα μπορούσαν φυσικά να λείπουν και οι κοσμοπολίτικες ποικιλίες Cabernet, Merlot, Chardonnay και Sauvignon, ποικιλίες που λόγω του υψομέτρου της περιοχής του οινοποιείου δίνουν εξαιρετικά κρασιά.

Νέες πτυχές του κυπριακού αμπελώνα

Ο ‘πειραματισμός’ με τη γεύση αποτελεί μία διαδικασία μέσα από την οποία το οινοποιείο ανακαλύπτει νέες πτυχές του κυπριακού αμπελώνα, μια πρόκληση που ξεκίνησε πρόσφατα από τον Ορέστη και τον Έκτορα μαζί με τον οινολόγο Κώστα Ντάνο και τους γεωπόνους Ροδούλα Πουτσιούκα και Ανδρέα Μάτση. Κάθε χρόνο πραγματοποιείται ένα ευρύ φάσμα πειραματισμών, από όπου προκύπτουν νέα ενδιαφέροντα κρασιά. Με αυτόν τον τρόπο ο καταναλωτής ανακαλύπτει σπάνιες γεύσεις. Στην γκάμα υπάρχει το Μαύρο Μουκλός από 80 χρονών αμπέλια από την ποικιλία Μαύρο Αμπελίσιμο σε συγκεκριμένο αμπελώνα, το Orange Wine από Ξυνιστέρι (ζύμωση και παλαίωση με τις φλούδες και τα κουκούτσια του) και το Merlot Κεράμης. 

Σύντομα θα ακολουθήσουν το Ξυνιστέρι Terroir (συγκεκριμένος αμπελώνας 1300 μέτρων με το ένα τέταρτο της παραγωγής σε δρύινα βαρέλια Κουμανδαρίας) και το Q - προσωρινό όνομα χαρμανιού από Γιαννούδι, Βαμβακάδα και Ξυνιστέρι ζυμωμένο και παλαιωμένο σε αμερικάνικο δρυ με αυγοειδές σχήμα.

Το οινοποιείο, στηριγμένο στην παράδοση, με εφόδια τον ενθουσιασμό και την αγάπη για το κρασί και την πολύ σκληρή δουλειά για την απόκτηση της τεχνογνωσίας, πέτυχε την παραγωγή εκλεκτού κρασιού, για το οποίο η φροντίδα αρχίζει από τη στιγμή της φύτευσης του αμπελώνα.

Γράφει ο Γιώργος Κασιανός

EVENTS ανά ημέρα

Δευ Τρί Τετ Πέμ Παρ Σάβ Κυρ
 
1
 
2
 
3
 
4
 
5
 
6
 
7
 
8
 
9
 
10
 
11
 
12
 
13
 
14
 
15
 
16
 
17
 
18
 
19
 
20
 
21
 
22
 
23
 
24
 
25
 
26
 
27
 
28
 
29
 
30
 
31